ευμοιρώ

(ΑΜ εὐμοιρῶ, -έω) [εύμοιρος]
έχω καλή τύχη, ευτυχώ, ευδαιμονώ
νεοελλ.
έχω την καλή τύχη να έχω στην κατοχή μου, να κατέχω
μσν.-αρχ.
έχω αφθονία κάποιου πράγματος, είμαι πλούσιος σε κάτι («τῆς κρείττονος παρά σοι εὐμοιρησάτω καὶ μερίδος καὶ ὑπολήψεως», Ευστ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐμοιρῶ — εὐμοιρέω to be well off for pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐμοιρέω to be well off for pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμοίρῳ — εὔμοιρος well endowed by fortune masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευμοιρατώ — εὐμοιρατῶ, έω (Α) ευμοιρώ* …   Dictionary of Greek

  • κατευμοιρώ — κατευμοιρῶ, έω (Μ) ευτυχώ πολύ, έχω καλή τύχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + εὐμοιρῶ «έχω καλή τύχη»] …   Dictionary of Greek

  • προευμοιρώ — έω, Μ απολαμβάνω προηγουμένως κάτι, έχω την καλή τύχη να προαπολαύσω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + εὐμοιρῶ «έχω καλή τύχη, ευτυχώ, ευδαιμονώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.